Η αδιπονεκτίνη (adiponectin) είναι μια κυτοκίνη (cytokine) που έχει ιδιότητες ευαισθητοποίησης στην ινσουλίνη καθώς και αντιφλεγμονώδη και αντιαθηρογόνο δράση. Τα επίπεδά της παρουσιάζουν την τάση να είναι χαμηλά σε άτομα με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών επιπλοκών. Όπως και σε άτομα με υπέρταση. Επίσης, όσον αφορά τα αντιυπερτασικά φάρμακα έχει βρεθεί ότι το καθένα έχει διαφορετική δράση στα επίπεδα αδιπονεκτίνης στο αίμα.
Το 2009, ο Raphaelle Brody και συνεργάτες του, στο Chaim Sheba Medical Center in Tel Hashomer, Israel παρουσίασαν μια μελέτη που εξετάζει την επίδραση των αντιυπερτασικών φαρμάκων στην παραγωγή αδιπονεκτίνης. Μπόρεσαν να αποκαλύψουν, σε λιποκύτταρα αρουραίων, την επίδραση των αντιυπερτασικών φαρμάκων τόσο στη γονιδιακή έκφραση, όσο και στην γένεση αδιπονεκτίνης. Οι συγγραφείς ανακάλυψαν έντονες διαφορές, που απέδειξαν ότι είναι συμβατές με τα κλινικά δεδομένα, που προέρχονται από μελέτες σε ασθενείς.
Η υδροχλωροθειαζίδη εμποδίζει τόσο τη γονιδιακή έκφραση, όσο και τη γένεση αδιπονεκτίνης, ενώ η ατενολόλη, καπτοπρίλη και νιφεδιπίνη δεν έχουν καμμιά επίδραση. Η τελμιζαρτάνη και η λοσαρτάνη αύξησαν και τη γονιδιακή έκφραση και τη γένεση αδιπονεκτίνης, με την τελμισαρτάνη να έχει πολύ ισχυρότερη θετική επίδραση από την λοζαρτάνη.
Παρ’ όλο που φαίνεται λογικό ότι η σημαντική διαφορά ανάμεσα στην τελμιζαρτάνη και τα άλλα φάρμακα μπορεί να επηρρεάζει και τις κλινικές εκβάσεις, αυτό δεν έχει ακόμα αποδειχθεί στις κλινικές μελέτες. Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν τη δυσκολία που υπάρχει στο να εξαχθούν συμπεράσματα από ένα ενδιάμεσο αποτέλεσμα έτσι ώστε να προβλεφθούν τελικές κλινικές εκβάσεις. Παρ’ όλα αυτά είναι πιθανό ότι η ευνοϊκή επίδραση της τελμισαρτάνης στην αδιπονεκτίνη μπορεί να παρέχει καρδιοαγγειακά οφέλη πέραν της μειώσεως της αρτηρικής πίεσης. Τέλος ανακαλύπτοντας το μηχανισμό με τον οποίο επηρεάζεται η παραγωγή αδιπονεκτίνης μπορεί να αποκαλύψουμε ένα νέο στόχο για να βελτιώσουμε την προληπτική καρδιολογική αγωγή.
