Η ακρίβεια της εκτίμησης του κινδύνου εξαρτάται από τη συχνότητα της θνητότητας και θνησιμότητας σε έναν πληθυσμό. Επειδή η καρδιαγγειακή νόσος ξεπερνά όλες τις άλλες αιτίες ανικανότητας και θανάτων μεταξύ των ηλικιωμένων, είναι πολύ σημαντικό να ξέρουμε την κατανομή της και τις ορίζουσες της μέσα στην κοινότητα. Έτσι ώστε να μπορούμε να καθορίσουμε τους στόχους της παρέμαβασης, να εκτιμήσουμε τα πιθανά οφέλη από κάποια θεραπεία και να σχεδιάσουμε τις υπηρεσίες υγείας ανάλογα με τις ανάγκες. Η δια βίου παρατήρηση είναι ιδανική για να ανιχνεύσουμε τους παράγοντες που σχετίζονται για την ποικιλότητα στην εμφάνιση των επεισοδίων (πιθανότητες) στις χρόνιες νόσου. Στην πράξη όμως μια μελέτη καλοσχεδιασμένη και προσεκτικά εκτελεσμένη μπορεί να αντικαταστήσει αυτό που θεωρούμε τέλειο.
Στη μελέτη των Nathan Wong και συνεργατών, παρακολουθήθηκαν για 15 χρόνια 4.300 ηλικωμένοι Αμερικανοί (μέση ηλικία 72,5 έτη) και σχεδόν οι μισοί από αυτούς εμφάνισαν καρδιακό (70%) ή εγκεφαλικό (20%) επεισόδιο. Οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι η αυξημένη χοληστερόλη (και άλλες ανωμαλίες των λιπιδίων), καθώς και αυξημένη (πάνω από 120/80) αρτηριακή πίεση, μόνα τους ή σε συνδυασμό, αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιο- ή εγκεφαλο- αγειακής νόσου. Αξιοσημείωτο είναι ότι περισσότεροι από τους μισούς εξ αυτών των ηλικωμένων (65-98 ετών) δεν είχαν καρδιαγγειακό πρόβλημα κατά την έναρξη της μελέτης, είχαν όμως διαβήτη ή μεταβολικό σύνδρομο. Τα περισσότερα επεισόδια συνέβησαν όχι σε αυτούς που είχαν τα χειρότερα επίπεδα λιπιδίων ή αρτηριακής πίεσης, αλλά σε αυτούς που ευρίσκονταν μέσα σε φυσιολογικά όρια ή λίγο παραπάνω.
Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι υπάρχουν σημαντικά περιθώρια να επεκτείνουμε την ζωή με καλή υγεία πέραν των 65 ετών, μέσω επιθετικότερης μείωσης των παραγόντων κινδύνου.
